Μετά τις εκλογές στις 16 Σεπτεμβρίου και την εκλογική ήττα του Πασοκ, το πολιτικό σκηνικό άλλαξε στην Ελλάδα καθώς έφερε στο προσκήνιο την κρίση που αντιμετωπίζει το Κίνημα εδώ και αρκετά χρόνια. Φτάσαμε σήμερα να φοβόμαστε για το ενδεχόμενο διάσπασης πράγμα που αρκετά στελέχη το αναφέρουν αν και τα περισσότερα το απεύχονται είναι όμως και μερικοί που το καλοβλέπουν σαν ενδεχόμενο.

Η δήλωση Τζουμάκα έκανε λόγο για “πολιτικό σχέδιο συγκεκριμένων συμφερόντων” και τόνισε πως “το παρασιτικό κεφάλαιο και επιχειρηματίες θέλουν να ελέγξουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ”. Επίσης ο Τζουμάκας έκανε λόγο “εγκάθετους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ σε διατεταγμένη υπηρεσία”, καθώς και “για ενδοδεξιά σύγκρουση μεταξύ της δεξιάς Κυβέρνησης Καραμανλή και της δεξιάς πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ, αν επικρατήσει στη μάχη για την ηγεσία του Κινήματος ο Βενιζέλος”. Παρόμοιες δηλώσεις κάνανε και ο Γιάννης Καψής και ο Δημήτρης Τσοβόλας, ενώ η Άννα Διαμαντοπούλου με δηλώσεις της φοβάται για την ενότητα του Πασοκ.

Τα δεδομένα που δημιουργούνται και αξίζουν να τα προσέξουμε είναι ότι όποιος και να είναι ο νικητής στις 11 Νοεμβρίου θα υπάρχουν αρκετά προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν. Σε περίπτωση που επικρατήσει ο ΒΒ δεν θα ελέγχει τη κομματική βάση του Κινήματος ενώ ο ΓΑΠ θα έχει πρόβλημα με την κοινωνία στο σύνολό της πράγμα που ο ΓΑΠ πρέπει να το δει εμπεριστατωμένα. Αρκετά χρόνια τώρα βλέπουμε διάφορα στελέχη του Κινήματος να διατηρούν σχέσεις με “εξωθεσμικά κέντρα” κατάφεραν όμως να συμβιώνουν λόγο της συγκολλητικής ουσίας που λέγετε εξουσία και που σήμερα δεν υπάρχει παρά σαν μελλοντική προσδοκία.

Βλέπουμε σήμερα ότι η πολιτική έχει υποταχθεί στα συμφέροντα των εκδοτικών κέντρων έχοντας χάσει κάθε έννοια αυτονομίας, είναι δεδομένο ότι αυτά τα “εξωθεσμικά κέντρα” επιδιώκουν αδύναμα κόμματα, αδύναμους αρχηγούς και ελεγχόμενα στελέχη ώστε να μπορούν να κάνουν το παιχνίδι τους ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Αυτό πρέπει να το γνωρίζουν οι ηγεσίες τον κομμάτων και φαίνεται ότι ο ΓΑΠ κινείτε προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για δικομματισμό στην Ελλάδα και να μπούνε και τα άλλα κόμματα (Συριζα) στο παιχνίδι της εξουσίας. Να σταματήσουν να μιλούν για την ανάγκη των ισχυρών κομμάτων και ισχυρών πλειοψηφιών και αυτονομίας της πολιτικής.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο ΓΑΠ στην ομιλία του στο Εθνικό Συμβούλιο του Κινήματος επεσήμανε πως το νέο ΠΑΣΟΚ “πρέπει να είναι απελευθερωμένο από τα δεσμά που κρατούν την πολιτική δέσμια της οικονομίας και το πολιτικό σύστημα δέσμιο της διαπλοκής και της κοινωνίας του τηλεοπτικού θεάματος”. Το ΠΑΣΟΚ, τόνισε, “θα παραμείνει ανεξάρτητο από επιρροές και παρεμβάσεις των μεγάλων συμφερόντων και των εξωθεσμικών κέντρων [...]. Η αυτονομία της πολιτικής είναι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης στο Κίνημα [...]. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να ιδιοποιούνται το κράτος και να ποδηγετούν την πολιτική. Τα ΜΜΕ δεν μπορούν να λειτουργούν χωρίς στέρεες νομικές προβλέψεις. Το ΠΑΣΟΚ προωθεί καθαρές σχέσεις με το κράτος, αλλά και τη ριζική αλλαγή του πολιτικού συστήματος συμπεριλαμβανομένου του εκλογικού νόμου, ο οποίος αφήνει πολλά περιθώρια για τη χειραγώγηση της πολιτικής και των πολιτικών από το μαύρο χρήμα και τη μιντιοκρατία”.

Στη σημερινή συγκυρία, το ΠΑΣΟΚ δοκιμάζεται σοβαρά και ως προς την ενότητά του και ως προς την πολιτική του στρατηγική, μια στρατηγική η οποία, όπως όλα δείχνουν, αν επανεκλεγεί ο Γ. Α. Παπανδρέου, μπορεί να απαλλαγεί από βαρίδια του παρελθόντος ενώ και η Νέα Δημοκρατία έχει περιέλθει σε οριακό σημείο, αφού η αυτοδυναμία της είναι ισχνή.

Και αν πολλοί θα υποστηρίξουν, πως ο Κ. Καραμανλής προτιμά απέναντί του να έχει τον Γ. Α. Παπανδρέου – ίσως γιατί τον θεωρεί “εύκολο αντίπαλο”- δεν θα πρέπει να ξεφύγει της προσοχής μας το ότι απεύχεται μια διάσπαση στο ΠΑΣΟΚ, γιατί, όπως παραδέχονται στελέχη της κυβερνητικής παρατάξεως, μπορεί να υπάρξει ντόμινο στο πολιτικό σκηνικό με δεδομένο το συσχετισμό δυνάμεων μέσα στα δύο μεγάλα κόμματα.

“Αν διασπασθεί το ΠΑΣΟΚ θα διασπασθεί και η ΝΔ”, τόνισε προ ημερών με απόλυτο ρεαλισμό ο Δημήτρης Τσοβόλας.

Και δεν είναι τυχαίο πως η Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα επεσήμανε πως “μετεκλογικά ξέσπασε η υποβόσκουσα κρίση στο ΠΑΣΟΚ, μια κρίση που, έτσι και αλλιώς, ανεξάρτητα του πώς θα διευθετηθεί, θα ασκήσει επίδραση στη ΝΔ, στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ΛΑΟΣ”.

Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο πως ο Κώστας Καραμανλής κινείται με στόχο να δυναμώσει τη ΝΔ – δια της αποδομήσεως του ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη – ενώ προωθεί νέο εκλογικό νόμο που θα δίνει μπόνους στο πρώτο κόμμα 50 έδρες, ένα μπόνους, όμως, που δεν προβλέπεται να δίδεται στον νικητή των εκλογών, ΑΝ αυτός θα είναι συνασπισμός ή σύμπραξη κομμάτων.

Από μια πρώτη ανάγνωση προκύπτει πως η σημερινή κυβέρνηση ανησυχεί από μια ενδεχόμενη (αν και αδύνατη αυτήν την ώρα, με το υφιστάμενο πολιτικά ΠΑΣΟΚ) μελλοντική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με το ΣΥΡΙΖΑ και συνεπώς θέλει να αποτρέψει μία ενδεχόμενη ισχυρή Κεντροαριστερή πλειοψηφία.

Όμως, αν από μια ενδεχόμενη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ προκύψει ένα ακόμη κόμμα, κατά δήλωσή του Κεντροαριστερό, αλλά επί της ουσίας του Κεντροδεξιό, τότε για τη ΝΔ ελλοχεύει ο κίνδυνος να απολέσει δυνάμεις προς αυτό, οπότε ανακατεύεται, η πολιτική τράπουλα και δεν θα μπορούν να ελεγχθούν οι διεργασίες, οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι εξελίξεις, έτσι, οι οποίες πολιτικές ηγεμονίες σε χώρους και πόλους θα «πάνε περίπατο».